Δερματοσκόπηση

Η δερματοσκόπηση είναι μια καινούρια μέθοδος εξέτασης των μελαγχρωματικών βλαβών (ελιών) που φέρουμε στο σώμα μας. Δίνει στον ιατρό μεγαλύτερη ευαισθησία στη διάγνωση του μελανώματος ακόμη και σε πολύ πρώιμα στάδια, όπου η διάγνωση με την απλή κλινική εξέταση είναι δύσκολη εώς απίθανη.

Πραγματοποιείται με το δερματοσκόπιο, ένα εργαλείο χειρός το οποίο φέρει σύστημα φακών και ειδικό φωτισμό.  Είναι μια αναίμακτη, ανώδυνη και γρήγορη εξέταση η οποία συμβαίνει στο χώρο του ιατρείου. Ο ασθενής αφαιρεί τα ρούχα του και ξαπλώνει στην εξεταστική κλίνη σε διαδοχικά διαφορετικές θέσεις ώστε να αποκαλύψει όλα τα μέρη του σώματός του στον ιατρό. Εξετάζονται μία προς μία όλες οι βλάβες που βρίσκονται στο δέρμα, στο τριχωτό της κεφαλής, στα νύχια και στους βλεννογόνους του ασθενούς (στοματική κοιλότητα, γεννητικά όργανα). Η χρήση του δερματοσκοπίου δίνει στον ιατρό τη δυνατότητα να παρατηρεί όχι μόνο την επιφάνεια του δέρματος σε μεγένθυνση αλλά και τις  βαθύτερες στιβάδες του στις οποίες βρίσκονται τα μελανοκύτταρα. Αν υπάρχει καρκινική εξαλλαγή σε μία ελιά, έστω και αρχόμενη, παρατηρούνται χαρακτηριστικά μοτίβα που καθιστούν τη βλάβη ύποπτη για κακοήθεια.

Σε περίπτωση ύποπτης βλάβης, αυτή συνήθως αφαιρείται χειρουργικά. Αν η υποψία κακοήθειας είναι πολύ χαμηλή, μπορεί η βλάβη να φωτογραφηθεί δερματοσκοπικά και να γίνει επανέλεγχος της σε 3-4 μήνες.

Αν και η δερματοσκόπηση είναι ειδική εξέταση για τη διάγνωση του μελανώματος, χρησιμοποιείται για την έγκαιρη διάγνωση και άλλων μορφών καρκίνου του δέρματος (όπως π.χ. του βασικοκυτταρικού επιθηλιώματος και του ακανθοκυτταρικού καρκινώματος). Μπορεί επίσης να βοηθήσει στη διάγνωση άλλων δερματικών καταστάσεων όπως αγγειακών βλαβών, παθήσεων τριχωτού κεφαλής, ιογενών βλαβών κ.ά.

Ετήσιος δερματοσκοπικός έλεγχος μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα το μελάνωμα, όπου η χειρουργική αφαίρεση του ισοδυναμεί με πλήρη θεραπεία.

Ιδιαίτερα επιτακτική είναι ανάγκη για ετήσιο δερματοσκοπικό έλεγχο στις ομάδες ατόμων υψηλού και ενδιάμεσου κινδύνου για την ανάπτυξη μελανώματος.

Άτομα υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη μελανώματος, είναι:

  •  Άτομα με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό μελανώματος
  • Ενήλικες με περισσότερες από 100 ελιές, παιδιά με περισσότερες από 50 ελιές
  • Ύπαρξη ενός τουλάχιστον δυσπλαστικού σπίλου (μιας ελιάς δηλαδή που είναι ασύμμετρη και μεγαλύτερη σε σχέση με τις υπόλοιπες)
  • Ύπαρξη ενός τουλάχιστον συγγενούς σπίλου (μιας ελιάς δηλαδή που αναπτύσσεται κατά την ενδομήτριο ζωή και που είναι ορατή κατά τη γέννηση)

Άτομα ενδιάμεσου κινδύνου για την ανάπτυξη μελανώματος:

  • Ανοικτός φαινότυπος δέρματος (που καίγεται εύκολα και μαυρίζει δύσκολα ή καθόλου)
  • Ξανθά, κόκκινα μαλλιά – πράσινα, μπλε μάτια
  • Φακίδωση προσώπου
  • Ιστορικό ηλιακού εγκαύματος σε ηλικία μικρότερη των 15 ετών